Της Αλεξάνδρας Κορωνίδου
Μία πρώην άμισθη αντιδήμαρχος καταθέτει την προσωπική της εμπειρία και προτείνει αλλαγές σε έναν θεσμό που, παρά τις καλές προθέσεις, δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ισότητας, λειτουργικότητας και αποτελεσματικότητας.
Η λειτουργία του θεσμού των αντιδημάρχων διέπεται κυρίως από το άρθρο 59 του Ν. 3852/2010 («Πρόγραμμα Καλλικράτης»), όπως έχει τροποποιηθεί από μεταγενέστερους νόμους. Ο δήμαρχος έχει τη δυνατότητα να ορίζει έμμισθους και, σε περιορισμένο αριθμό, άμισθους αντιδημάρχους, μεταβιβάζοντάς τους συγκεκριμένες αρμοδιότητες. Οι άμισθοι αντιδήμαρχοι δεν λαμβάνουν αντιμισθία ή άλλη οικονομική απολαβή από τον δήμο, ενώ ο θεσμός τους προστέθηκε το 2019 με σκοπό να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στη διοίκηση των δήμων.
Η πρόβλεψη αυτή θεσπίστηκε με στόχο να περιορίσει το οικονομικό κόστος για τους δήμους. Ωστόσο, μετά από αρκετά χρόνια εφαρμογής, γεννάται εύλογα το ερώτημα αν ο θεσμός αυτός υπηρετεί πραγματικά την αποτελεσματικότητα, τη διαφάνεια και την ισότητα.
Πρώτον, πώς είναι δυνατόν ένας εργαζόμενος που απασχολείται καθημερινά επί οκτώ ώρες στην κύρια εργασία του να ανταποκριθεί ουσιαστικά στις απαιτήσεις μιας αντιδημαρχίας; Η διοίκηση υπηρεσιών, οι αυτοψίες, οι συσκέψεις, οι επαφές με τους πολίτες, οι εκδηλώσεις και η αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων ενός δήμου απαιτούν χρόνο, συνεχή παρουσία και άμεση διαθεσιμότητα.
Δεύτερον, η άσκηση των καθηκόντων ενός αντιδημάρχου συνεπάγεται σημαντικά προσωπικά έξοδα. Μετακινήσεις, καύσιμα, τηλεφωνικές επικοινωνίες, συμμετοχή σε εκδηλώσεις, εκπροσωπήσεις και πολλές ακόμη καθημερινές δαπάνες επιβαρύνουν τον ίδιο τον αιρετό. Ο άμισθος αντιδήμαρχος καλείται ουσιαστικά να χρηματοδοτεί από την προσωπική του οικονομική δυνατότητα την άσκηση των καθηκόντων του.
Τρίτον, δημιουργείται ένα σοβαρό ζήτημα ισότητας. Στην πράξη, η δυνατότητα να υπηρετήσει κάποιος ως άμισθος αντιδήμαρχος ευνοεί όσους διαθέτουν οικονομική άνεση ή ανεξάρτητους πόρους. Αντίθετα, ένας μισθωτός, ένας δημόσιος υπάλληλος ή ένας συνταξιούχος καλείται να συνδυάσει την εργασία ή το εισόδημά του με μια ιδιαίτερα απαιτητική θέση ευθύνης, ενώ ταυτόχρονα επιβαρύνεται οικονομικά για να την ασκήσει.
Παράλληλα, η ίδια η Πολιτεία αναγνώρισε πρόσφατα ότι το ζήτημα δεν είναι απλό. Κατά τη διαδικασία αναμόρφωσης του θεσμικού πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιχειρήθηκε να μεταβληθεί το καθεστώς των άμισθων αντιδημάρχων που είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Η πρόταση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τον χώρο της αυτοδιοίκησης και τελικά δεν διατηρήθηκε στην τελική μορφή της νομοθεσίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το θέμα εξακολουθεί να απασχολεί σοβαρά την αυτοδιοικητική κοινότητα.
Η άποψη αυτή δεν βασίζεται μόνο στη θεωρία αλλά και στην προσωπική μου εμπειρία. Υπηρέτησα ως αντιδήμαρχος από τον Ιούλιο του 2020 έως τον Δεκέμβριο του 2021. Την περίοδο εκείνη, ως συνταξιούχος κάτω των 62 ετών, η ισχύουσα νομοθεσία είχε ως αποτέλεσμα να λαμβάνω μόνο την προκαταβολή της σύνταξής μου, ύψους περίπου 600 ευρώ. Παρά την επιστολή που απέστειλα στην ΠΕΔ Κεντρικής Μακεδονίας και στην ΚΕΔΕ, επισημαίνοντας την αδικία του συγκεκριμένου νομοθετικού πλαισίου, δεν υπήρξε καμία ουσιαστική ανταπόκριση. Η οικονομική πραγματικότητα δεν μου άφησε άλλη επιλογή από την παραίτησή μου.
Όταν ανέλαβα ξανά, για σύντομο χρονικό διάστημα, τον Ιούνιο του 2023, η σύνταξή μου είχε πλέον αποκατασταθεί και μπορούσα να ανταποκριθώ για λίγο χρονικό διάστημα ώστε να διευκολύνω την κατάσταση που προέκυψε τη δεδομένη στιγμή στις οικονομικές υποχρεώσεις που συνεπαγόταν η άσκηση των καθηκόντων μου.
Προτάσεις για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι ο θεσμός του άμισθου αντιδημάρχου χρειάζεται επανεξέταση. Στην κατεύθυνση αυτή καταθέτω τις ακόλουθες προτάσεις που αποσκοπούν στη διαμόρφωση ενός δικαιότερου, λειτουργικότερου και περισσότερο σύγχρονου πλαισίου, που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές απαιτήσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
• Κατάργηση του θεσμού του άμισθου αντιδημάρχου. Η θέση του αντιδημάρχου είναι θέση καθημερινής διοικητικής ευθύνης και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εθελοντική απασχόληση.
• Ενιαίο καθεστώς για όλους τους αντιδημάρχους. Όποιος αναλαμβάνει αντιδημαρχία να λαμβάνει την προβλεπόμενη αντιμισθία, ανεξάρτητα από την επαγγελματική ή ασφαλιστική του ιδιότητα, με σαφείς και ενιαίους κανόνες.
• Πλήρης διαθεσιμότητα. Όσοι αναλαμβάνουν θέση αντιδημάρχου θα πρέπει να διαθέτουν τον απαιτούμενο χρόνο για την άσκηση των καθηκόντων τους, με τις αντίστοιχες υπηρεσιακές διευκολύνσεις όπου απαιτείται.
• Κάλυψη των λειτουργικών εξόδων. Οι μετακινήσεις, οι υπηρεσιακές επικοινωνίες και κάθε αναγκαία δαπάνη που συνδέεται με την άσκηση των καθηκόντων δεν πρέπει να επιβαρύνουν προσωπικά τον αιρετό, αλλά να καλύπτονται με νόμιμες και απολύτως διαφανείς διαδικασίες.
• Ίσες ευκαιρίες συμμετοχής. Η δυνατότητα προσφοράς στην Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση του κάθε αιρετού.
Η θέση του αντιδημάρχου δεν είναι τιμητικός τίτλος. Είναι θέση ευθύνης, καθημερινής διοίκησης και συνεχούς παρουσίας δίπλα στον πολίτη. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να βασίζεται στον εθελοντισμό ούτε στην οικονομική δυνατότητα του κάθε ανθρώπου.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν χρειάζεται αντιδημάρχους δύο ταχυτήτων: εκείνους που έχουν την οικονομική δυνατότητα να προσφέρουν χωρίς αμοιβή και εκείνους που αποκλείονται επειδή δεν μπορούν να επωμιστούν αυτό το κόστος. Χρειάζεται ένα δίκαιο, σύγχρονο και λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο, που θα επιτρέπει σε κάθε ικανό αιρετό να υπηρετεί τον δήμο του χωρίς να επιβαρύνεται προσωπικά.
Η προσφορά στην Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο των οικονομικά ισχυρότερων. Πρέπει να αποτελεί δικαίωμα κάθε ανθρώπου που διαθέτει γνώσεις, εμπειρία, χρόνο και διάθεση να προσφέρει στον τόπο του. Ήρθε η ώρα η Πολιτεία να επανεξετάσει έναν θεσμό που, παρά τις καλές προθέσεις με τις οποίες θεσπίστηκε, δημιουργεί περισσότερες ανισότητες και δυσλειτουργίες από όσες επιλύει.
Η Αλεξάνδρα Κορωνίδου είναι πρώην ΄Αμισθη Αντιδήμαρχος Δήμου Κορδελιού – Ευόσμου
