Παράκαμψη του Δημοτικού Συμβουλίου; Το ΤΕΘΑ παραχωρεί τμήμα του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά στη Μητρόπολη
Νέες συζητήσεις και εύλογα ερωτήματα προκαλεί η απόφαση του Ταμείου Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ) να παραχωρήσει, χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, τμήμα του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά στην Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, αποφασίστηκε «η παραχώρηση χρήσης χωρίς αντάλλαγμα, γεωτεμαχίου, με εμβαδό 417,58 τμ, τμήμα του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά, ιδιοκτησίας του Ταμείου Εθνικής Άμυνας, μετά του υφιστάμενου κτίσματος, στην Ιερά Μητρόπολη Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως με αποκλειστικό σκοπό τη δημιουργία Εκκλησιαστικού Διοικητικού – Πολιτιστικού Κέντρου».
Η παραχώρηση αφορά έκταση περίπου 418 τετραγωνικών μέτρων μαζί με το υφιστάμενο κτίσμα της πρώην Ταξιαρχίας, ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που εδώ και χρόνια βρίσκεται σε κατάσταση ερείπωσης. Η σχετική απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής του ΤΕΘΑ, η οποία δημοσιεύθηκε στη «Διαύγεια», προβλέπει ότι η Μητρόπολη θα αναλάβει με δικές της δαπάνες την έκδοση των απαιτούμενων αδειών, καθώς και τις εργασίες αποκατάστασης ή κατασκευής του κτιρίου.
Ωστόσο, το στοιχείο που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον δεν είναι το ίδιο το έργο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτό προχωρά. Το συγκεκριμένο αίτημα είχε τεθεί ήδη από το 2023 από τον Μητροπολίτη Βαρνάβα και είχε απορριφθεί από το Δημοτικό Συμβούλιο Παύλου Μελά, ενώ αρνητική ήταν και η στάση της Κοινότητας Σταυρούπολης. Παρά τις αποφάσεις των τοπικών οργάνων, η υπόθεση επανήλθε και τελικά εγκρίθηκε από το ΤΕΘΑ, αξιοποιώντας το νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς που διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της σύμβασης παραχώρησης του πρώην στρατοπέδου.
Με βάση αυτή την αλλαγή, το Ταμείο διατήρησε στην κυριότητά του συγκεκριμένο τμήμα της έκτασης, γεγονός που –σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες– επιτρέπει την παραχώρησή του χωρίς να απαιτείται νέα απόφαση ή έγκριση από το Δημοτικό Συμβούλιο Παύλου Μελά.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να αναζωπυρώσει τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη διαχείριση του Μητροπολιτικού Πάρκου Παύλου Μελά. Πρόκειται για έναν χώρο που είχε παρουσιαστεί ως ελεύθερος δημόσιος πυρήνας πρασίνου, πολιτισμού και αναψυχής για τους πολίτες της δυτικής Θεσσαλονίκης. Κάθε νέα παραχώρηση ή αλλαγή χρήσης εντός του χώρου εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο διατηρείται ο αρχικός σχεδιασμός και αν οι αποφάσεις λαμβάνονται με διαφάνεια και σεβασμό στις θέσεις της τοπικής κοινωνίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός ότι η παραχώρηση αφορά κτίριο που βρίσκεται σε κομβικό σημείο του πάρκου, δίπλα σε υποδομές που ήδη φιλοξενούν ή πρόκειται να φιλοξενήσουν σημαντικές δημόσιες λειτουργίες, όπως το Μουσείο των αρχαιοτήτων του Μετρό, το νέο Δημαρχείο Παύλου Μελά και το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης.
Το ερώτημα που πλέον τίθεται είναι αν μια τόσο σημαντική απόφαση, η οποία μεταβάλλει τις χρήσεις ενός εμβληματικού δημόσιου χώρου, θα έπρεπε να προχωρά αποκλειστικά μέσω διοικητικών αποφάσεων ή αν όφειλε να προηγηθεί εκ νέου δημόσιος διάλογος και πολιτική συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο, ιδιαίτερα όταν το ίδιο το σώμα είχε στο παρελθόν εκφράσει την αντίθεσή του.
