Όταν μια διοίκηση αφήνει ένα θέμα να σέρνεται για εβδομάδες, χωρίς καθαρές απαντήσεις, το επικοινωνιακό κόστος μπορεί να γίνει μεγαλύτερο από το ίδιο το ζήτημα
Υπάρχουν φορές που η διαχείριση ενός θέματος δεν κρίνεται μόνο από την ίδια την απόφαση, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αυτή παρουσιάζεται, εξηγείται και υπερασπίζεται απέναντι στους πολίτες.
Η υπόθεση της αλλαγής τράπεζας και της διαχείρισης των δημοτικών χρημάτων φαίνεται να είναι μια τέτοια περίπτωση.
Αν η επιλογή της νέας τράπεζας έγινε πράγματι με βασικό κριτήριο τη βελτίωση της απόδοσης των χρημάτων του Δήμου, τότε θα μπορούσε να αποτελεί μια απόφαση που η διοίκηση θα είχε κάθε λόγο να παρουσιάσει με καθαρό και πειστικό τρόπο.
Αντί γι’ αυτό, το θέμα έχει παραμείνει για εβδομάδες στην επικαιρότητα, με τα ερωτήματα να πολλαπλασιάζονται και την ουσιαστική δημόσια συζήτηση να μην πραγματοποιείται.
Και εδώ βρίσκεται το λάθος, σε τέτοια ζητήματα. Όσο δεν απαντάς, τα ερωτήματα μεγαλώνουν και το κόστος είναι ίσως μεγαλύτερο από το κέρδος της ίδιας της απόφασης
Όταν υπάρχουν ερωτήματα για το πώς επιλέχθηκε μια τράπεζα για τη διαχείριση δημοτικού χρήματος, η πιο απλή και αποτελεσματική αντιμετώπιση είναι η ενημέρωση, η οποία εμφανίζεται με σχετικές απαντήσεις και έγγραφα
Όσο όμως δεν απαντώνται, δημιουργείται ένα κενό.
Και το κενό αυτό στην πολιτική επικοινωνία σπάνια παραμένει κενό. Γεμίζει με υποθέσεις, σχόλια, αντιπαραθέσεις και καχυποψία.
Ακόμη και αν η αλλαγή τράπεζας ήταν η καλύτερη επιλογή που υπήρξε για να βελτιωθούν οι όροι για τον Δήμο και να αξιοποιηθούν καλύτερα τα χρήματα των δημοτών, η παρατεταμένη σιωπή και η απουσία μιας καθαρής δημόσιας εξήγησης υποβαθμίζουν την ίδια την καλή απόφαση.
Γιατί ένας πολίτης δεν μπορεί να γνωρίζει τι υπήρχε πίσω από την απόφαση.
Βλέπει μόνο ότι υπάρχει ένα θέμα που συζητείται επί εβδομάδες, ότι έχουν τεθεί συγκεκριμένα ερωτήματα και ότι η διοίκηση δεν έχει επιλέξει να τα απαντήσει συνολικά και δημόσια.
Και αυτό δημιουργεί αρνητική εικόνα, ανεξάρτητα από το αν τελικά η επιλογή της τράπεζας αποδειχθεί απολύτως συμφέρουσα.
Ακόμη και όταν μια διοίκηση θεωρεί ότι δέχεται άδικη κριτική, η καλύτερη απάντηση δεν είναι απαραίτητα η αποφυγή της συζήτησης.
Είναι η ίδια η συζήτηση. Τα έγγραφα. Οι αριθμοί. Τα πρακτικά. Η αιτιολογία.
Γιατί μια διοίκηση που είναι βέβαιη για την ορθότητα μιας απόφασης δεν έχει ιδιαίτερο λόγο να φοβάται τον έλεγχο της απόφασης αυτής.
Αντιθέτως το μεγαλύτερο επικοινωνιακό πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της διοίκησης και κάθε εβδομάδα που περνά χωρίς μια ολοκληρωμένη απάντηση προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο ερωτημάτων.
Και κάπου εδώ το ζήτημα παύει να είναι μόνο τραπεζικό.
Γίνεται ζήτημα πολιτικής διαχείρισης, διαφάνειας, εμπιστοσύνης και δημιουργεί το ερωτημα γιατί δεν αντιμετωπίστηκε από την πρώτη στιγμή με απόλυτη διαφάνεια και πλήρη ενημέρωση.
Παράλληλα, η υπόθεση έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω των ερωτημάτων που έχουν τεθεί γύρω από τα δύο πολυτελή οχήματα και τη σχέση τους με τη νέα τραπεζική συμφωνία.
Χωρίς να προδικάζεται οποιαδήποτε σύνδεση ή να αποδίδεται πρόθεση που δεν έχει αποδειχθεί, είναι προφανές ότι η συγκεκριμένη παράμετρος καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την πλήρη ενημέρωση.
Γιατί όταν ένα θέμα αφορά δημοτικό χρήμα και ταυτόχρονα συνοδεύεται από ερωτήματα για πρόσθετες παροχές ή οφέλη, η καλύτερη επικοινωνιακή στρατηγική δεν μπορεί να είναι η αποσιώπηση, αλλά το αντίθετο.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο επικοινωνιακό λάθος μέχρι σήμερα:
μια απόφαση που θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως επιτυχία, αφήνεται να συζητείται επί εβδομάδες μέσα σε ένα περιβάλλον ερωτημάτων, σιωπής και καχυποψίας.
Τσιότσος Αθανάσιος
