Ο Άρης Μπιτσώρης, μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, δημιούργησε ποίημα που αναφέρεται στην επικαιρότητα που αφορά τον δήμο Κορδελιού Ευόσμου (ΕΛΠΕ, ΘΕΠΑΝ, Ζιάκα) και σχολιάζει την διοίκηση με τον δικό του αιχμηρό τρόπο…

Ο πόντιος, ο ¨Άρχοντας¨ του Κορδελιού-Ευόσμου

περνιέται ο πιο ευφυής θνητός αυτού του κόσμου.

 

Το παίζει έξυπνο πουλί και άπιαστο ξεφτέρι

γιατί κρατάει τους Σύμβουλους σε μια παλάμης χέρι.

 

Μα τους δημότες τι θαρρεί πως τους ταΐζει βρόμη

και βλίτα συνοδευτικά για να μην έχουν γνώμη;

 

Όμως τα ¨έξυπνα¨ πτηνά πιάνονται απ’ τα ράμφη

και οι κοσάρες ειδικά στων πίτουρων τη σκάφη.

 

Έτσι κι ετούτος πιάνεται συνέχεια οφσάι(ν)τ

κάθε που κοκορεύεται πως όλα πάνε ολράιτ.

 

Πρόσφατα στα εγκαίνια του Ειδικού Σχολείου,

ήταν μπροστά στο Δέσποτα παιδί νηπιαγωγείου.

 

Για το ΘΕΠΑΝ η γλώσσα του λες κι είχε μανταλάκια∙ 

ίδιος και απαράλαχτος με τα Μανδαλιανάκια,

 

που βγήκαν, τώρα όψιμα, κουβέντες να ψελλίσουν

αυτοί που πήγαν τ’ άπλυτα ράσα να προσκυνήσουν.

 

Άξιος ως συνεχιστής, λοιπόν, του προκατόχου

του οσφυοκάμπτη, του γιες μεν, υποταγής μετόχου.

 

Εν πρώτοις,  ο ανελεύθερος, κι ας λέγεται Λεφτέρης

με γίδα επ’ ώμου έσεισε την κλάρα μίας φτέρης.

 

Μα όπως λέγαν οι παλιοί, κακό του κεφαλιού του

μα εμείς του τόπου τη ζημιά δεν την περνάμε ντούκου.

 

Στου ΖΙΑΚΑ τώρα ξύστηκε στην γκλίτσα του τσοπάνη∙ 

αν μας περνά για ιθαγενείς, θα βρίσκεται σε πλάνη.

 

Στη γκλίτσα επάνω όποιος ξυστεί, θα ραβδιστεί, θα σκούξει

-όπου τον βρει- αλλά μπορεί και πίσω να τον τσούξει.

 

Εμείς φωνάζαμε έγκαιρα, όχι μπετά στου Ζιάκα

όμως εκείνος είχε μπει από νωρίς στη φάκα.

 

Βλέπεις των ετερόφωτων είναι αυτή η μοίρα

τους βάζουν σε ένα όχημα και τους πηγαίνουν γύρα.

 

Όπου τους πει ο βουλευτής και ο αρχιμανδρίτης∙  

τι δήμαρχους ψηφίζουμε, κατηγορίας τρίτης.

 

Γυαλίζουν τα υποδήματα κομμάτων εξουσίας

τα άμφια των κληρικών, πλένουν, της εκκλησίας.

 

Περιβαλλοντοβιαστών  αθύρματα έχουν γίνει,

η ρύπανση το Δήμο μας και τις ζωές μας σβήνει.

 

Τον τελευταίο τον είδαμε, απ’ την αρχή, ως που φτάνει

ανεπαρκής, πιάνει χρυσό, μπακίρι θα το κάνει.

 

Κατέστη αναλώσιμος, κι έχει από τώρα λήξει

μα δεν μας νοιάζει ως πρόσωπο το που θα καταλήξει.

 

Το πρόβλημα είναι, αγαπητοί, πίσω του τι θ’ αφήσει

τα δίκαια του τόπου μας τα έχει απεμπολήσει.

 

Άρα τι μένει τελικά, φίλοι μου συντοπίτες

το βάρος να σηκώσουμε ως ενεργοί πολίτες.

 

Γιατί αν είναι αμέτοχοι οι κάτοικοι, οι δημότες  

στο τέλος θα μας πάρουνε σώβρακα και κιλότες,

 

όλοι αυτοί οι τυχάρπαστοι, έρπονες, παπαγάλοι

της πάρτης, οι ενδιάμεσοι, που τους κινούνε άλλοι.

 

Θέλουμε σ’ ευνομούμενη να ζούμε κοινωνία  

ή μήπως τριτοκοσμικοί να ’μαστε στη γωνία;

 

Το πρώτο, ξέρω, αβίαστα, πως θέλετε, θα πείτε,

όμως θα γίνει μπορετό σ’ ενέργεια αν μπείτε.

 

Θέλει δουλειά απ’ τη σκουριά η ρόδα να γυρίσει

και επιτέλους η γενιά η νέα ας τολμήσει.

 

Τότε και μόνο ευοίωνο μέλλον θα προσδοκούμε,

από ετεροκινούμενους αν θα λευτερωθούμε.

 

Ποια είναι τα θέματα αιχμής; ΕΛΠΕ, ΘΕΠΑΝ και ΖΙΑΚΑ,

φεύγουν οι εθελόδουλοι, τα τρώμε εμείς στη μάπα.

 

Το δέον γενέσθαι τελικά: θέλει από μας αγώνα

την άνοιξη να φέρουμε διώχνοντας το χειμώνα.