Η δυσοσμία που ταλαιπωρεί εδώ και δεκαετίες τους κατοίκους του Δήμου Κορδελιού – Ευόσμου παραμένει μια ανοιχτή πληγή, παρά τις ενδείξεις βελτίωσης που καταγράφονται σε ορισμένες τακτικές μετρήσεις.
Τα αποτελέσματα της τελευταίας μεγάλης μελέτης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αποτυπώνουν μια πιο σύνθετη εικόνα, καθώς από τη μία πλευρά εμφανίζονται σε κάποιες μετρήσεις καλύτερα στοιχεία σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα, από την άλλη όμως τα επεισόδια έντονης δυσοσμίας εξακολουθούν να καταγράφονται με ανησυχητική συχνότητα.
Η επιστημονική ομάδα με επικεφαλής την καθηγήτρια κ. Σαμαρά διαπίστωσε ότι στην περιοχή υπάρχουν πολλαπλές πιθανές πηγές οχλήσεων, με τη βιομηχανική δραστηριότητα να παραμένει ο βασικός παράγοντας που συνδέεται με το φαινόμενο.
Ιδιαίτερα σημαντική αναδεικνύεται η επίδραση των εγκαταστάσεων των ΕΛΠΕ, ενώ οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η ένταση του προβλήματος επηρεάζεται άμεσα από τις καιρικές συνθήκες και κυρίως από τη διεύθυνση και την ένταση των ανέμων.
Παρότι οι τακτικές μετρήσεις, που πραγματοποιούνται μία φορά την εβδομάδα, εμφάνισαν βελτιωμένα αποτελέσματα σε σύγκριση με την προηγούμενη μελέτη, τα στοιχεία των έκτακτων καταγραφών προκαλούν προβληματισμό.
Στις ώρες κατά τις οποίες οι κάτοικοι δήλωναν έντονη όχληση, καταγράφηκαν συγκεντρώσεις μερκαπτανών που έφτασαν ακόμη και το 200% έως 300% πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα, επιβεβαιώνοντας ότι τα επεισόδια δυσοσμίας όχι μόνο δεν έχουν εξαλειφθεί αλλά εξακολουθούν να εμφανίζονται με ιδιαίτερη ένταση.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και ο αριθμός των έκτακτων μετρήσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας. Σύμφωνα με τα στοιχεία, καταγράφηκαν μόλις 19 περιστατικά ενεργοποίησης έκτακτων ελέγχων. Ο αριθμός αυτός, ωστόσο, δεν θεωρείται απαραίτητα αντιπροσωπευτικός της πραγματικής έκτασης του προβλήματος, καθώς πολλοί κάτοικοι δεν γνώριζαν επαρκώς τη διαδικασία αναφοράς των περιστατικών ή το πού έπρεπε να απευθυνθούν για να κινητοποιηθούν οι μηχανισμοί μέτρησης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι αν υπήρχε μεγαλύτερη ενημέρωση και συμμετοχή των πολιτών, ενδεχομένως να είχαν καταγραφεί πολύ περισσότερα περιστατικά, οδηγώντας και σε διαφορετική στατιστική αποτύπωση της κατάστασης.
Ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι οι μετρήσεις πραγματοποιούνται σε αρκετή απόσταση από τις πιθανές πηγές εκπομπής. Παρ’ όλα αυτά, οι χάρτες κατανομής των ρύπων εμφανίζουν ιδιαίτερα έντονες ενδείξεις στον δυτικό τομέα του δήμου, δηλαδή στην πλευρά που γειτνιάζει με τη βιομηχανική ζώνη. Το εύρημα αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι οι βιομηχανικές δραστηριότητες εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εμφάνιση του φαινομένου.
Το θέμα, πάντως, δεν εξαντλείται μόνο στην καταγραφή της δυσοσμίας, καθώς υπάρχει ανάγκη να προχωρήσει μια ολοκληρωμένη επιδημιολογική μελέτη για τη δυτική Θεσσαλονίκη.
Η καταγραφή των οσμών και των συγκεντρώσεων συγκεκριμένων χημικών ενώσεων αποτελεί μόνο τη μία διάσταση του προβλήματος. Η άλλη, και ίσως σημαντικότερη, αφορά τις πιθανές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η χρόνια έκθεση των κατοίκων σε ατμοσφαιρικούς ρύπους και οχλήσεις στην υγεία τους.
Μπορεί το Δημοτικό Συμβούλιο να συνεχίζει να παρακολουθεί τις εξελίξεις, απαίτηση όμως των κατοίκων είναι πως η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε μετρήσεις και καταγραφές.
Το ζητούμενο είναι να δοθούν οριστικές απαντήσεις τόσο για τις πηγές της δυσοσμίας όσο και για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η πολυετής έκθεση των πολιτών σε ένα φαινόμενο που εξακολουθεί να επηρεάζει την καθημερινότητα και την ποιότητα ζωής χιλιάδων ανθρώπων στη δυτική Θεσσαλονίκη.
