Η ατμοσφαιρική ρύπανση και η δυσοσμία εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες πληγές για τον Δήμο Κορδελιού – Ευόσμου.

Παρά τις κατά καιρούς εξαγγελίες και τις δεσμεύσεις για αξιοποίηση της τεχνολογίας και λήψη μέτρων, οι κάτοικοι εξακολουθούν να αναζητούν το βασικότερο: απτές αποδείξεις ότι το πρόβλημα αντιμετωπίζεται ουσιαστικά.

Με αφορμή τοποθετήσεις του δημάρχου Λευτέρη Αλεξανδρίδη, ο οποίος υπενθύμισε ότι εδώ και έναν χρόνο έχουν τοποθετηθεί στον δήμο οι λεγόμενες «ηλεκτρονικές μύτες» για την καταγραφή της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ενώ προανήγγειλε νέες δενδροφυτεύσεις και εγκατάσταση προηγμένων φίλτρων καθαρισμού του αέρα, γεννώνται εύλογοι προβληματισμοί.

Το πρώτο αφορά τη λειτουργία των ίδιων των αισθητήρων. Εάν, όπως είναι γνωστό, οι «ηλεκτρονικές μύτες» παρέμειναν εκτός λειτουργίας επί ένα χρόνο και δεν ήταν ταυτόχρονα με την έρευνα της ομάδας Σαμαρά από το ΑΠΘ, με ποια δεδομένα τεκμηριώνεται σήμερα η προσπάθεια εντοπισμού της πηγής της ρύπανσης;

Αλήθεια, ακόμα και σήμερα υπάρχει ανάγκη προσπάθειας εντοπισμού της πηγής της ρύπανσης;

Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα των φίλτρων καθαρισμού του αέρα. Πρόκειται για μια εξαγγελία που ακούγεται ιδιαίτερα φιλόδοξη, όμως μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει γνωστό κάποιο χρηματοδοτικό πρόγραμμα ή διαθέσιμο εργαλείο που να μπορεί να υποστηρίξει την προμήθεια και εγκατάστασή τους.

Πως θα υλοποιηθεί;

Ποιο το κόστος;

Πρόκειται για έναν άμεσο σχεδιασμό ή για μια πρόθεση αφού δεν ζει εξασφαλισμένους πόρους;

Ακόμη και οι δενδροφυτεύσεις, που αναμφίβολα αποτελούν μια θετική παρέμβαση για το αστικό περιβάλλον, δύσκολα μπορούν από μόνες τους να απαντήσουν σε ένα πρόβλημα που οι ίδιοι οι κάτοικοι συνδέουν εδώ και χρόνια με τη βιομηχανική δραστηριότητα και τη χρόνια ατμοσφαιρική επιβάρυνση της περιοχής.

Υπάρχουν πιέσεις προς την βιομηχανία;

Η κοινωνία της δυτικής Θεσσαλονίκης δεν ζητά πλέον μόνο εξαγγελίες. Ζητά διαφάνεια, αξιόπιστες μετρήσεις, δημόσια διαθέσιμα στοιχεία και κυρίως συγκεκριμένες ενέργειες που θα οδηγήσουν στην αντιμετώπιση της πηγής της ρύπανσης.

Γιατί όσο τα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, η ανησυχία των κατοίκων δύσκολα μπορεί να υποχωρήσει.

Τσιότσος Αθανάσιος – Αντίλεξις News