Η συζήτηση που ανοίγει στον Δήμο Κορδελιού – Ευόσμου για την άρση της ομόφωνης απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου, με την οποία εδώ και χρόνια δεν γίνονταν αποδεκτές ανταποδοτικές χορηγίες από τα Ελληνικά Πετρέλαια, γεννά εύλογα ερωτήματα.
Και τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν τις τέσσερις ιστορικές ομάδες του δήμου, οι οποίες εύλογα επιδιώκουν καλύτερες αθλητικές εγκαταστάσεις για τα παιδιά και τους αθλητές τους. Αφορούν τη δημοτική διοίκηση και τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται να επιχειρείται η ανατροπή μιας πολιτικής απόφασης με ιδιαίτερο συμβολισμό, γιατί είναι δική της πολιτική απόφαση, βάζοντας μπροστά τις ομάδες.
Ας θέσουμε τα δεδομένα με μια σειρά.
Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ Δήμου και ΕΛΠΕ. Πώς ήταν δυνατόν η εταιρεία να εμφανίζεται πρόθυμη να χρηματοδοτήσει μεγάλα έργα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία άρσης του εμπάργκο; Δεν θα έπρεπε να υπάρχει απόφαση άρσης, να γίνουν οι απαραίτητες συναντήσεις και να υπάρξει απόφαση της εταιρείας; Το δείχνει αυτό; Πως προϋπήρξε η συννενόηση πως όλα αυτά δεν είναι αποτέλεσμα μιας απλής συγκυρίας αλλά προηγηθηκε συντονισμός.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το ποιος πραγματικά ωφελείται. Για τα ΕΛΠΕ, η άρση του εμπάργκο δεν σημαίνει μόνο τη δυνατότητα χρηματοδότησης έργων. Σημαίνει κυρίως την αποκατάσταση της σχέσης τους με την τοπική κοινωνία.
Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι ακόμη και στην έκθεση κοινωνικής αποτύπωσης που είχε εκπονηθεί στο πλαίσιο των διαδικασιών για τη δραστηριότητα της εταιρείας, καταγραφόταν ως βασικό συμπέρασμα ότι “οι κάτοικοι δεν θεωρούν τα Ελληνικά Πετρέλαια αναπόσπαστο κομμάτι της περιοχής, αλλά ένα «ξένο σώμα» που ενδέχεται να αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια”.
Άρα, η αποδοχή χορηγιών δεν είναι απλώς μια οικονομική συναλλαγή. Έχει και ισχυρό συμβολισμό, καθώς συμβάλλει στην κοινωνική αποδοχή και, ουσιαστικά, στην απενοχοποίηση της παρουσίας της εταιρείας και του περιβαλλοντικού αποτυπώματος στην περιοχή.
Από την άλλη πλευρά, ο Δήμος αποκτά τη δυνατότητα να υλοποιήσει έργα που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να χρηματοδοτηθούν από ίδιους ή κρατικούς πόρους και δεν χρειάζεται να τα “βάλει” με την κυβέρνηση (είναι του ίδιου κόμματος) σε προεκλογική περίοδο, για διεκδίκηση χρηματοδότησης για τα απαραίτητα έργα στα γήπεδα των τεσσάρων ομάδων.
Παράλληλα, δημιουργείται ένα ιδιαίτερα θετικό κλίμα στις διοικήσεις των ομάδων, στους αθλητές, στους γονείς και στους φιλάθλους. Πρόκειται για μια μεγάλη κοινωνική ομάδα, με προφανή πολιτική βαρύτητα.
Είναι άραγε τυχαίο ότι το θέμα παρουσιάζεται μέσα από το πρίσμα της ενίσχυσης του αθλητισμού και όχι ως μια καθαρά πολιτική επιλογή άρσης του εμπάργκο, γιατί δεν θα μπορούσαν να αλλάξουν την ομόφωνη απόφαση.
Ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό είναι ότι και οι τέσσερις ομάδες δεν ζήτησαν απλές χορηγίες, αθλητικό εξοπλισμό ή οικονομική ενίσχυση. Αντίθετα, κατέθεσαν αιτήματα για μεγάλα έργα και παρεμβάσεις υψηλού προϋπολογισμού.
Ήταν πράγματι μια ανεξάρτητη και ταυτόχρονη επιλογή όλων ή υπήρξε κοινός σχεδιασμός; Ποιος πρότεινε ότι το αίτημα έπρεπε να αφορά έργα τέτοιας κλίμακας;
Προφανώς με έργα μικρής χρηματικής κλίμακας δεν θα μπορούσε καμία από τις εμπλεκόμενες μεριές να ζητούσε την άρση.
Ένα ακόμη στοιχείο που ενισχύει τα ερωτήματα βρίσκεται στα ίδια τα έγγραφα της διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτά, προηγείται έγγραφο των ΕΛΠΕ, με το οποίο η εταιρεία δηλώνει ότι αποδέχεται τη χρηματοδότηση και λαμβάνει αριθμό πρωτοκόλλου. Στη συνέχεια κατατίθενται τα αιτήματα των ομάδων, τα οποία μάλιστα αναφέρουν ήδη τον αριθμό πρωτοκόλλου του εγγράφου των ΕΛΠΕ.
Πώς γνώριζαν οι ομάδες τον αριθμό πρωτοκόλλου; Ποιος τους τον γνωστοποίησε; Υπήρξε διαμεσολάβηση του Δήμου ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία με συγκεκριμένο σχεδιασμό; Οι απαντήσεις είναι προφανώς θετικές.
Παράλληλα, τίθεται και ένα ουσιαστικότερο ζήτημα. Η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από το βασικό θέμα, που είναι η προστασία της δημόσιας υγείας, στο δίλημμα «θέλουμε καλύτερα γήπεδα για τα παιδιά ή όχι;».
Πρόκειται όμως για ένα πραγματικό δίλημμα ή για ένα επικοινωνιακό τέχνασμα; Γιατί κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη αναβάθμισης των αθλητικών εγκαταστάσεων. Το ερώτημα είναι αν αυτές πρέπει να συνδεθούν με την άρση μιας πολιτικής απόφασης που ελήφθη ακριβώς λόγω των σοβαρών ανησυχιών για τη λειτουργία της βιομηχανίας δίπλα στον αστικό ιστό.
Την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι εξακολουθούν να βιώνουν επεισόδια δυσοσμίας και ρύπανσης, ενώ πρόσφατες επιστημονικές διαπιστώσεις δεν δείχνουν ουσιαστική μεταβολή της κατάστασης. Παράλληλα, παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της παρακολούθησης των ουσιών που επιβαρύνουν τη δημόσια υγεία, τα αποτελέσματα των οποίων θα εμφανιζόταν με επιδημιολογική μελέτη.
Τελικά, η χρονική συγκυρία είναι επίσης αξιοσημείωτη. Γιατί η άρση του εμπάργκο επιχειρείται τώρα; Γιατί με αυτόν τον τρόπο; Και κυρίως, τι κερδίζει κάθε πλευρά από αυτή τη συμφωνία; Ποια τα ανταλλάγματα;
Η δημοτική διοίκηση οφείλει να απαντήσει με απόλυτη διαφάνεια. Να ξεκαθαρίσει ποτέ πραγματοποιήθηκαν οι παρασκηνιακές επαφές, ποιος είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων, ποιος συντόνισε τη διαδικασία και γιατί επιλέχθηκε αυτή η συγκεκριμένη μεθόδευση.
Γιατί όταν μια ομόφωνη πολιτική απόφαση ετών ανατρέπεται μέσα από μια αλληλουχία ενεργειών που μοιάζουν απόλυτα συντονισμένες, οι πολίτες δικαιούνται να ζητούν εξηγήσεις. Και οι εξηγήσεις αυτές δεν μπορεί να δίνονται πίσω από τα μεγάλα έργα ή τα συναισθήματα που εύλογα προκαλεί η στήριξη του αθλητισμού.
Είναι τόσο πρόχειρο το επικοινωνιακό προφίλ του θέματος, το οποίο θα αποδείξουμε και σε επόμενα άρθρα, για να καταλάβουν όλοι ποιοι οι λόγοι, γιατί ο συγκεκριμένος χρόνος και πως δεν κρατιούνται τα προσχήματα.
Τσιότσος Αθανάσιος
