Του Τριαντάφυλλου Σερμέτη

Υπάρχουν παιδιά που, όταν ενηλικιώνονται, έρχονται αντιμέτωπα με ένα θεμελιώδες δίλημμα: να εγκαταλείψουν την ασφάλεια του πατρικού σπιτιού και να παλέψουν μόνα τους για τη ζωή τους ή να παραμείνουν μέσα σε αυτό, απολαμβάνοντας την προστασία και τις ανέσεις του, πληρώνοντας όμως ως τίμημα την ελευθερία τους;

Η πρώτη επιλογή σημαίνει αβεβαιότητα, κόπο, στέρηση και πιθανή αποτυχία. Σημαίνει, όμως, και αυτοδιάθεση. Η δεύτερη προσφέρει συχνά υλική ασφάλεια, αλλά μπορεί να συνεπάγεται εξάρτηση, έλεγχο και υποταγή — ιδίως όταν οι γονείς είναι καταπιεστικοί ή ακόμη και κακοποιητικοί.

Το παιδί παραμένει τότε όχι επειδή αγαπά το σπίτι, αλλά επειδή φοβάται τον κόσμο έξω από αυτό. Και όσο περισσότερο φοβάται να φύγει, τόσο περισσότερο εξιδανικεύει την εξουσία που το κρατά εξαρτημένο.

Αυτό το οικογενειακό πρότυπο επανεμφανίζεται σε μεγαλύτερη κλίμακα μέσα στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Ολόκληρες κοινωνίες καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στην ασφάλεια της εξάρτησης και στην επικινδυνότητα της ελευθερίας. Να αναζητήσουν έναν ισχυρό προστάτη ή να αναλάβουν οι ίδιες την ευθύνη της ιστορικής τους ύπαρξης.

Στο βιβλίο μου «Φιλοσοφία του Φόβου» έγραφα ότι η αντιληπτική συνείδηση της ελευθερίας αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα της ευθύνης, της θέλησης και του φόβου. Η ελευθερία δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα ούτε ένα δικαίωμα που απλώς διακηρύσσεται. Είναι ένας τρόπος υπάρξεως. Και επειδή απαιτεί ευθύνη, προκαλεί φόβο.

Ο άνθρωπος φοβάται την ελευθερία επειδή φοβάται την εγκατάλειψη, τη μοναξιά και την αβεβαιότητα. Γι’ αυτό αναζητά κάποιον με τον οποίο θα ταυτιστεί: έναν γονέα, έναν αρχηγό, ένα κόμμα, ένα κράτος ή μια μεγάλη δύναμη. Προτιμά να παραχωρήσει την αυτονομία του, αρκεί κάποιος άλλος να αναλάβει την ευθύνη για τη ζωή και το μέλλον του.

Όπως σημειώνω στο ίδιο βιβλίο, η αποταύτιση του εαυτού από το Εγώ εκφράζεται με δύο τρόπους: με την τάση της υποταγής ή με την τάση της κυριαρχίας. Γι’ αυτό «ο εξουσιαστής και ο εξουσιαζόμενος είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος». Ο ένας χρειάζεται να υποτάσσεται και ο άλλος να κυριαρχεί. Και οι δύο, όμως, αδυνατούν να σταθούν ελεύθεροι απέναντι στον εαυτό τους.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Από τη μία πλευρά βρίσκονται εκείνοι που θεωρούν αυτονόητο ότι η χώρα πρέπει πάντοτε να έχει έναν ισχυρό προστάτη: τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ ή οποιαδήποτε άλλη δύναμη που εμφανίζεται ως εγγυητής της ασφάλειάς μας. Είναι πρόθυμοι να εκχωρήσουν μέρος της εθνικής αυτονομίας ή και ολόκληρης αυτής, αρκεί να μη διακινδυνεύσουν τη σταθερότητα και το βόλεμά τους. Η υποτέλεια βαφτίζεται «ρεαλισμός» και ο φόβος παρουσιάζεται ως πολιτική σωφροσύνη.

Από την άλλη πλευρά βρίσκονται όσοι πιστεύουν ότι η ελευθερία, προσωπική ή εθνική, δεν δωρίζεται από κανέναν προστάτη. Κατακτάται με αγώνα, ευθύνη και αποδοχή του κινδύνου. Αυτοί προτιμούν τις δυσκολίες μιας ανεξάρτητης πορείας από τις ανέσεις μιας προστατευόμενης ζωής.

Εδώ εμφανίζεται και η νιτσεϊκή διάκριση ανάμεσα στην ηθική των κυρίων και στην ηθική των δούλων. Ο Νίτσε δεν εννοεί απλώς ότι κάποιοι εξουσιάζουν και κάποιοι υπακούουν. «Κύριος» είναι, πρωτίστως, εκείνος που έχει τη δύναμη να δημιουργεί τις αξίες του, να καταφάσκει στη ζωή και να αναλαμβάνει το βάρος της ύπαρξής του. Δεν ζητά από κάποιον άλλο να του υποδείξει ποιος είναι ούτε μεταθέτει διαρκώς την ευθύνη του.

Η δουλική συνείδηση, αντίθετα, δεν δημιουργεί. Δεν αντλεί τις αξίες της από τη δική της δύναμη, αλλά από τη μνησικακία απέναντι στον κύριο, τον οποίο ταυτόχρονα μισεί και φοβάται. Εξοργίζεται από τον κύριο γιατί κυριαρχεί στον εαυτό του. Αυτό το μίσος υπάρχει ευδιάκριτα στην ελληνική κοινωνία.

Γι’ αυτό ο πολιτικά υποτελής μπορεί να εμφανίζεται ως υπερπατριώτης. Όσο περισσότερο αισθάνεται εσωτερικά αδύναμος, τόσο περισσότερο ταυτίζεται με τη δύναμη του προστάτη του. Δανείζεται την ισχύ της Αμερικής, του Ισραήλ ή οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης και τη βιώνει φαντασιακά ως δική του. Η θορυβώδης εθνικοφροσύνη του καλύπτει έτσι μια βαθιά ψυχική εξάρτηση.

Τι είδους πατριωτισμός είναι, όμως, εκείνος που υποκλίνεται πάντοτε στον ισχυρό; Τι είδους εθνική υπερηφάνεια χρειάζεται διαρκώς την έγκριση και την προστασία ξένων κέντρων εξουσίας;

Ο δούλος δεν είναι μόνο εκείνος που υποτάσσεται διά της βίας. Είναι και εκείνος που αναζητά ο ίδιος τον κύριο στον οποίο θα παραδώσει την ελευθερία του. Και κύριος δεν είναι εκείνος που εξουσιάζει τους άλλους, αλλά αυτός που μπορεί να γίνει κύριος του εαυτού του: να υπερβεί τον φόβο, να δημιουργήσει και να αναλάβει την ευθύνη των επιλογών του.

Στη «Φιλοσοφία του Φόβου» περιέγραψα αυτή την αυτοσυνείδηση ως «δουλική», επειδή ωθεί τον άνθρωπο να υπάρχει πάντοτε σε αναφορά προς έναν κυρίαρχο. Έτσι δημιουργείται μια κοινωνία ανάμεσα στον κυρίαρχο και στον δούλο, όπου ο καθένας χρειάζεται τον άλλον για να επιβεβαιώνει τον ρόλο του.

Ο ελληνικός ψυχισμός ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνατότητες: να είναι ελεύθερος και συγχρόνως να προστατεύεται· να αυτοπροσδιορίζεται, αλλά χωρίς να αναλαμβάνει το τίμημα της αυτοδιάθεσης. Θέλει την ελευθερία ως σύνθημα, όχι πάντοτε ως ευθύνη.

Ίσως, λοιπόν, η βαθύτερη σύγκρουση μέσα στην ελληνική κοινωνία να μην είναι μόνο ανάμεσα στη Δεξιά και στην Αριστερά, στους «πατριώτες» και στους «διεθνιστές». Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο τύπους ανθρώπου: σε εκείνον που φοβάται την ελευθερία και αναζητά προστάτες και σε εκείνον που αποδέχεται τον κίνδυνο να γίνει κύριος του εαυτού του.

Η ελευθερία δεν είναι άνεση. Δεν είναι ασφάλεια και δεν είναι βόλεμα. Είναι αποδέσμευση από τον φόβο, δημιουργία αξιών, κατάφαση στη ζωή και ευθύνη.

Για αυτό ο Κάλβος συμπύκνωσε σε έναν στίχο ολόκληρο το υπαρξιακό και πολιτικό δράμα της ελληνικής ψυχής:

«Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία».

Ο Τριαντάφυλλος Σερμέτης είναι Διδάκτορας Φιλοσοφίας και συγγραφεας