Υπάρχουν φορές που στην πολιτική οι συμπτώσεις είναι τόσες πολλές, ώστε παύουν να μοιάζουν με συμπτώσεις.

Η υπόθεση της άρσης του εμπάργκο στις ανταποδοτικές χορηγίες των ΕΛΠΕ στον Δήμο Κορδελιού – Ευόσμου είναι μία από αυτές.

Μια ομόφωνη πολιτική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, που ίσχυε εδώ και χρόνια, βρίσκεται ξαφνικά μπροστά στην ανατροπή της. Και όχι επειδή η δημοτική διοίκηση βγήκε δημόσια να εξηγήσει ότι άλλαξε πολιτική θέση, ούτε επειδή είχε το πολιτικό θάρρος να εισηγηθεί ευθέως την κατάργησή της.

Αντίθετα, η εικόνα που δημιουργείται είναι ότι η άρση του εμπάργκο επιχειρείται να περάσει μέσα από τις τέσσερις ιστορικές ομάδες του δήμου, οι οποίες εύλογα διεκδικούν καλύτερες αθλητικές εγκαταστάσεις.

Το ερώτημα, όμως, δεν αφορά τις ομάδες.

Το ερώτημα αφορά τη διοίκηση.

Ποιος έστησε αυτό το σχέδιο;

Αν η δημοτική αρχή δεν γνώριζε τι εξελισσόταν ανάμεσα στα ΕΛΠΕ και στα σωματεία, τότε προκύπτει ένα εξαιρετικά σοβαρό πολιτικό θέμα. Σημαίνει ότι μια υπόθεση που ανέτρεπε μια κορυφαία πολιτική απόφαση του Δήμου εξελισσόταν μπροστά στα μάτια της χωρίς η ίδια να έχει τον έλεγχο.

Αν ισχύει αυτό, τότε η εικόνα είναι απογοητευτική. Μια διοίκηση που δεν γνωρίζει, δεν ελέγχει και απλώς ακολουθεί τις εξελίξεις δύσκολα μπορεί να πείσει ότι ασκεί ουσιαστική διοίκηση.

Αν, όμως, γνώριζε…

Τότε τα ερωτήματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα.

Γιατί δεν έφερε η ίδια την πρόταση άρσης του εμπάργκο στο Δημοτικό Συμβούλιο;

Γιατί δεν είπε καθαρά στους πολίτες ότι θεωρεί πως η προηγούμενη απόφαση πρέπει να αλλάξει;

Γιατί δεν ανέλαβε η ίδια την πολιτική ευθύνη της επιλογής της;

Γιατί επέλεξε να εμφανιστούν πρώτα οι ομάδες με αιτήματα μεγάλων έργων και όχι η ίδια με μια καθαρή πολιτική εισήγηση;

Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η σειρά των εγγράφων.

Πρώτα εμφανίζεται η θετική απάντηση των ΕΛΠΕ και λαμβάνει αριθμό πρωτοκόλλου.

Στη συνέχεια κατατίθενται τα αιτήματα των ομάδων, τα οποία αναφέρουν ήδη αυτόν τον αριθμό πρωτοκόλλου.

Είναι λοιπόν εύλογο να αναρωτηθεί κάθε πολίτης: πώς έφτασε αυτός ο αριθμός στα χέρια των ομάδων; Ποιος τους ενημέρωσε; Ποιος συντόνισε αυτή τη διαδικασία;

Είναι ερωτήματα που αξίζουν καθαρές απαντήσεις.

Διότι, αν υπήρξε σχεδιασμός από τη διοίκηση, τότε δημιουργείται η εντύπωση ότι αναζητήθηκε ένας πολιτικά ασφαλέστερος δρόμος. Αντί να αναλάβει η ίδια την ευθύνη για την άρση του εμπάργκο, άφησε να προηγηθούν οι ομάδες, ώστε η δημόσια συζήτηση να μετατοπιστεί από το πραγματικό πολιτικό ζήτημα στο συναισθηματικό δίλημμα: «Ποιος δεν θέλει καλύτερα γήπεδα για τα παιδιά;».

Όμως αυτά είναι δύο διαφορετικά θέματα.

Κανείς δεν διαφωνεί ότι οι αθλητικές εγκαταστάσεις χρειάζονται αναβάθμιση.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η χρηματοδότηση αυτών των έργων πρέπει να αποτελέσει το όχημα για την ανατροπή μιας πολιτικής απόφασης που είχε ληφθεί για συγκεκριμένους λόγους.

Σε μια δημοκρατία, οι πολιτικές αποφάσεις αλλάζουν μόνο με πολιτικές αποφάσεις.

Όχι με παρακάμψεις.

Όχι με έμμεσες διαδρομές.

Όχι βάζοντας τρίτους να κάνουν τη δουλειά που όφειλε να κάνει η ίδια η διοίκηση.

Τελικά, όποιο από τα δύο σενάρια κι αν ισχύει, η πολιτική εικόνα της διοίκησης δεν βελτιώνεται.

Αν δεν γνώριζε, αποδεικνύεται ότι δεν ελέγχει τις εξελίξεις.

Αν γνώριζε και επέλεξε αυτή τη διαδρομή, τότε γεννάται η εντύπωση ότι δεν είχε την πολιτική βούληση να υπερασπιστεί δημόσια την επιλογή της και προτίμησε να κρυφτεί πίσω από ένα απολύτως θεμιτό αίτημα των αθλητικών σωματείων.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα από ολόκληρη την υπόθεση.

Τσιότσος Αθανάσιος 

Το οργανωμένο σχέδιο για να «σπάσει» το εμπάργκο του δήμου προς τα ΕΛΠΕ